Επιδράσεις,
δομή και διέξοδοι του χάσματος Κοινοτήτων-Εκκλησίας
Πηγή: Εφημερίδα
Νέος Κόσμος
Του Βασίλη Τσαπαλιάρη
Το χάσμα των Κοινοτήτων με την Εκκλησία συνεχίζει να αποτελεί ένα
από τα κεντρικά ζητήματα του Ελληνισμού της Αυστραλίας, παρά την
ευφορία των τελευταίων ετών με τις θεαματικές κινήσεις της Ομοσπονδίας
Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων Αυστραλίας (ΟΕΟΚΑ), με στόχο την
απευθείας υπαγωγή των κοινοτικών ναών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Με τα δεδομένα της αντοχής και των χαρακτηριστικών του χάσματος,
η δυναμική του φαίνεται να ξεπερνάει τον κόσμο της γενεάς που δημιουργήθηκε
και να συνεχίζει μια νέα πορεία ανακύκλωσης, παρά επίλυσης στην
κατεύθυνση που φαίνεται να στοχεύει τα τελευταία χρόνια η πλευρά
των Κοινοτήτων.
Διανύοντας τον νέο αιώνα, οι προσπάθειες επίλυσης του χάσματος
φαίνεται να συνεχίζουν να σκοντάφτουν σε σχήματα λύσεων προσδιοριζόμενα
με τις ιδεολογικές παραδοχές και τις αξιολογήσεις του προηγουμένου,
συγκρουόμενα με το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, τις αρχές οργάνωσης
και την δεδομένη αυτονομία των δύο φορέων, καθιστώντας ανέφικτη
την επίλυση του με την εφαρμογή καταστατικών προσαρμογών-σχήμα που
εξακολουθεί να εστιάζει το ενδιαφέρον.
Το σχίσμα σε δύο Ελληνικές Ορθόδοξες Αρχιεπισκοπές, ως έχει εξελιχθεί
σήμερα - εξαιρουμένων των προβεβλημένων προσώπων που εμπλέκονται
στη διαχείρισή του, των συγκρουσιακών τόνων που μπορεί να θέτουν
και των δευτερευούσης σημασίας επιδράσεων - φαίνεται να αποτελεί
μια ιδιάζουσα περίπτωση με ορισμένα αξιοσημείωτα διαχρονικά χαρακτηριστικά.
Χαρακτηριστικά τα οποία επιδέχονται ποικίλες ερμηνείες και αποτελούν
αφορμή για μια σειρά επισημάνσεις και αξιολογήσεις στην παρούσα
προσέγγιση καθώς φαίνεται να κλείνει ένας ακόμα άγονος κύκλος επαφών
των ενδιαφερομένων πλευρών.
1. ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ
Οι επιδράσεις από την εκκρεμή επίλυση του ζητήματος είναι προφανείς
αφού η παροικιακή ηγεσία, κινούμενη με άξονα τις αγεφύρωτες αντιθέσεις
των ανεξάρτητων κοινοτήτων με την υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Αρχιεπισκοπή, δεν είναι σε θέση να σταθμίσει, να διαπραγματευτεί
και να υπηρετήσει αποτελεσματικά τα γενικότερα ομογενειακά συμφέροντα
στις σχέσεις με τους κρατικούς ή άλλους φορείς, από την διαχείριση
των οποίων συναρτάται η πολιτιστική επιβίωση της ομογένειας και
η διατήρηση των δεσμών με την Ελλάδα.
Υπό τις επικρατούσες συνθήκες, η οργανωμένη ομογένεια παρουσιάζεται
να δραστηριοποιείται αποσπασματικά, προς γενικότερη βλάβη, χωρίς
προγραμματικές συγκλίσεις και συμφωνίες μεταξύ των ηγεσιών των μεγάλων
οργανώσεων και της Εκκλησίας που διαχειρίζονται τις τύχες του οργανωμένου
Ελληνισμού.
2. ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Τα χαρακτηριστικά του σχίσματος, ως έχουν σήμερα, φαίνεται να ορίζονται
από τη μεταξύ τους συμπλοκή και την επικάλυψη των ρόλων της Εκκλησίας
και των Κοινοτήτων στην οργάνωση της ομογένειας, από τις δομικές
διαφορές των δύο φορέων και τα θέματα αρχών που φαίνεται ότι τείνουν
να κυριαρχούν αποπροσανατολιστικά στις κινήσεις συμφιλίωσης, όσο
και από τις ιδεολογικές και πολιτικές συνιστώσες και τις αντιθέσεις
των πολιτικών ρευμάτων που συνεκφράστηκαν στη διαμόρφωση του χάσματος.
Η έλλειψη δογματικών κινήτρων στη δημιουργία του σχίσματος και
της συγκρότησης της Αυτοκέφαλου Αρχιεπισκοπής, με τη στήριξη των
εμπλεκομένων ανεξάρτητων Κοινοτήτων, ώθησε σε σειρά κινήσεων και
προτάσεων για την εξομάλυνση των διαφορών με άξονα τις αρχές οργάνωσης
των δύο πλευρών, επιδιώκοντας την προσαρμογή των καταστατικών τους
αρχών, παρά τη δεδομένη αυτονομία και τις εξ ορισμού δομικές τους
διαφορές.
Η εκκλησιαστική πλευρά, με τα δικά της μέτρα και σταθμά, υποστήριξε
και φαίνεται να συνεχίζει να υποστηρίζει ως σχήμα λύσης την "προσαρμογή
των κοινοτικών καταστατικών" στην ιερατική τάξη της Εκκλησίας
και την αποποίηση από τις κοινότητες του επιθετικού όρου "ορθόδοξη".
Η κοινοτική, με γνώμονα επίσης τις δικές της αρχές οργάνωσης, υιοθέτησε
ως σχήμα λύσης τον "εκδημοκρατισμό της λειτουργίας των ενοριακών
Κοινοτήτων" της Αρχιεπισκοπής, επιτρέποντας, ως είχε προταθεί
παλαιότερα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, να γίνουν "οι απαραίτητες
αλλαγές στα καταστατικά και την οργανωτική δομή των Κοινοτήτων-Ενοριών...
έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η δημοκρατική εγγραφή μελών, η εκλογή
διοικητικών συμβουλίων και οι... αλλαγές καταστατικού να γίνουν
μόνο με απόφαση Γενικής Συνέλευσης" (βλ. προτάσεις της ΟΕΟΚΑ
29/9/1981). Με το σχήμα αυτό, οι Κοινότητες φαίνεται να κινήθηκαν
και στις μεταγενέστερες κινήσεις και να προσδιόρισαν τη στάση τους
και ως προς την "Συμφωνία των Αθηνών", μεταβάλλοντας τις
θέσεις τους τα τελευταία χρόνια, προτείνοντας την "απευθείας
ένταξη των κοινοτικών ναών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο", θέση
για την οποία δεν έχουν γίνει ευρύτερα γνωστές άλλες λεπτομέρειες.
Αποκορύφωμα των κινήσεων προσέγγισης με άξονα τα δύο από τα προαναφερόμενα
σχήματα, αποτέλεσε η "Συμφωνία των Αθηνών", το 1992, η
οποία διαμορφώθηκε και μονογράφτηκε από τους εκπρόσωπους των δύο
πλευρών, αλλά, τελικά, απορρίφθηκε από τις Γενικές Συνελεύσεις των
Κοινοτήτων της ΟΕΟΚΑ (εξαιρουμένης της Κοινότητας Σίδνεϊ) και, εν
συνεχεία, από την μεριά της Αρχιεπισκοπής, με άξονα, ως μπορεί να
συναχθεί, τις αλληλοσυγκρουόμενες καταστατικές αρχές των δύο πλευρών.
Αρχές που εμφανίζονται να προτάσσονται και να επανέρχονται συνεχώς
ως θέματα διαπραγμάτευσης και να αποτελούν τον κεντρικό άξονα ανακύκλωσης
του χάσματος.
Η "Συμφωνία των Αθηνών" κατέστησε ευρύτερα γνωστά τα
προβλήματα προσέγγισης των δύο πλευρών. Προβλήματα που, όπως φαίνεται,
εντοπίζονται κατ` εξοχήν στις αλληλοσυγκρουόμενες αρχές οργάνωσης
των δύο φορέων και στις διαφορές στις ιδεολογικές τους προσεγγίσεις,
παρά στα καθαυτού θέματα της παραχώρησης της λειτουργίας των ναών
των κοινοτήτων της ΟΕΟΚΑ στην αναγνωριζόμενη από το Οικουμενικό
Πατριαρχείο "κανονική" Αρχιεπισκοπή. Παραχώρηση, που θα
μπορούσε, π.χ., να επιτευχθεί με κάποιου είδους συμφωνία αμοιβαίου
οφέλους, μη εξαρτώμενη από τις καταστατικές αρχές με τις οποίες
διακρίνονται, επιβεβαιώνονται και λειτουργούν ως ανεξάρτητοι φορείς.
Εξετάζοντας και αξιολογώντας τα σχετικά στοιχεία, με εξαίρεση την
Κοινότητα Σίδνεϊ που υπερψήφισε το σχετικό κείμενο, ως κύριοι λόγοι
απόρριψης της εν λόγω "Συμφωνίας" φέρεται να ήταν, σύμφωνα
με σχετικό δημοσίευμα, ότι με την προτεινόμενη "Συμφωνία"
"παραμένει άθικτο το ενοριακό σύστημα της Αρχιεπισκοπής...
ενώ δεν παρέχονται εγγυήσεις που να διασφαλίζουν τη διοικητική αυτοτέλεια
των Κοινοτήτων με την επανένταξη σε αυτή", αλλά, όπως φαίνεται,
και η "διαπίστωση αναξιοπιστίας στον τρόπο διοίκησης του Αρχιεπισκόπου.."
("Κοινοτικά Νέα", Αδελαΐδα, Μάρτιος 1994, σ. 4). Από την
άλλη, από την πλευρά της Αρχιεπισκοπής, όπως έγινε γνωστό από σχετική
ανακοίνωση στον Τύπο, η Αρχιεπισκοπή "δεν δέχτηκε ποτέ ως συμφωνία
το πρόχειρο εκείνο προσύμφωνο των Αθηνών, ακριβώς επειδή στο θέμα
των καταστατικών έδειξε ανεπίτρεπτη ανοχή και επιπολαιότητα με το
να τα θεωρήσει 'ταμπού' παρά τις αντιρρήσεις του επισκόπου Αριανζού"
("Νέος Κόσμος", 10-6-1996).
Κρίνοντας και από τις παλαιότερες σχετικές πρωτοβουλίες, οι αρχές
αυτές φαίνεται να αποτελούν συνεχώς βασικά θέματα διαπραγμάτευσης,
αποτρέποντας τη διερεύνηση και διαπραγμάτευση άλλων εναλλακτικών
και, ενδεχομένως, διεξοδικών όρων συνεργασίας.
Η πρόταξη των αρχών αυτών φαίνεται να υπονομεύει εξ' υπαρχής τις
κινήσεις συμφιλίωσης ανακυκλώνοντας το σχίσμα, καθώς πέραν του περιοριστικού
πλαισίου που έχουν επιφέρει στη διαχείριση του ζητήματος, αποτελούν
αρχές με τις οποίες η Εκκλησία και οι κοινότητες αυτοπροσδιορίζονται
ως διακριτοί και αυτοτελείς φορείς και από την προσδιοριστική τους
σημασία στη φυσιογνωμία και την αποστολή τους δεν φαίνεται να επιδέχονται
διαπραγμάτευση και να έχουν θέση σε μια συμφωνία συνεργασίας για
τη λειτουργία των ναών υπό την "κανονική" Αρχιεπισκοπή.
Από τη συγκεκριμένη αυτή οπτική γωνία, οι αρχές και οι καταστατικοί
αυτοί όροι, φαίνεται να συνιστούν ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο ανακύκλωσης
παρά επίλυσης του σχίσματος, επιφέροντας αντίθετα αποτελέσματα σε
σχέση με τα επιδιωκόμενα της εξομάλυνσης των διαφορών και της επανένταξης
των ναών στη δικαιοδοσία της "κανονικής" Αρχιεπισκοπής.
3. ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ-ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Η αποτυχία όλων των μέχρι σήμερα προσπαθειών διαλόγου για τη συμφιλίωση
μπορεί να ερμηνευτεί, ως ένα βαθμό, από το διαπραγματευτικό πλαίσιο
που ακολουθείται και τις κρατούσες άκαμπτες ιδεολογικές και οργανωτικές
αρχές με τις οποίες φαίνεται να προσδιορίζεται, εμπλέκοντας ως βάση
διαπραγμάτευσης τις προαναφερόμενες καταστατικές αρχές των δύο πλευρών.
Αρχές που προσδιορίζοντας την Εκκλησία και τις Κοινότητες ως ιδιαίτερους
και αυτοτελείς παρά ως αλληλοπροσδιοριζόμενους φορείς, δεν επιδέχονται
από την προσδιοριστική τους σημασία διαπραγμάτευση και αλλοίωση.
Αρχές, που πέραν αυτού, ας σημειωθεί εδώ, εμφανίζονται να αντικρούονται
με την καθιερωμένη διεθνή πρακτική της αναζήτησης και επίτευξης
συνεργασιών με βάση τις αρχές περί σεβασμού και μη ανάμιξης στα
εσωτερικά ζητήματα των εμπλεκόμενων μερών. Πρακτική, που, ας σημειωθεί,
ακολουθείται έχοντας υπόψη ότι καμία κοινωνία ή επιμέρους κοινωνική
ομάδα δεν είναι ούτε μπορεί να είναι απόλυτα ομοιογενής, πράγμα
που στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται να αγνοείται, διεκδικώντας
την επίτευξη συνεργασίας με την καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων
καταστατικών αρχών, παρά τη δεδομένη αυτονομία τους και τους διακριτούς
τους ρόλους.
Παραγνωρίζοντας την πραγματικότητα αυτή και τις ακολουθούμενες
πρακτικές, η διαπραγμάτευση των αρχών λειτουργίας της Εκκλησίας
και των Κοινοτήτων, μπορεί να θεωρηθεί ως εκτός τόπου και χρόνου
πρακτική, καθώς παραγνωρίζει τους όρους διαμόρφωσης και αντιμετώπισης
της αντικειμενικής πραγματικότητας.
Στους αιτιακούς αυτούς παράγοντες που αποτρέπουν τη σύμπραξη των
δύο πλευρών θα μπορούσαν να προστεθούν και οι παρατηρούμενες τάσεις
προσωποποίησης των ευθυνών και της ανάδειξης διαπροσωπικών αντιθέσεων,
με τις οποίες φαίνεται να περιπλέκεται το χάσμα.
Η παρατηρούμενη, ως ενός βαθμού, τάση της πίστωσης ευθυνών για
το χάσμα στα παρόντα στελέχη της Εκκλησίας και της ΟΕΟΚΑ που εμπλέκονται
στη διαχείριση του προβλήματος, καταμερίζοντας αναιτιολόγητες ευθύνες
και επιφέροντας με αυτές άστοχες επιπρόσθετες αντιθέσεις. Αν ληφθεί
ειδικά υπόψη ότι τα παρόντα στελέχη, εξαιρουμένων των ευθυνών της
τρέχουσας διαχείρισης του ζητήματος, δεν φέρουν διόλου ευθύνες για
τη δημιουργία του χάσματος που, ως γνωστόν, προηγήθηκε της παρουσίας
τους στην διαχείριση των ομογενειακών πραγμάτων, αλλά και την εν
γένει περιορισμένη ατομική ευθύνη που μπορεί να αποδοθεί στη διαμόρφωση
των συλλογικών φαινομένων και προβλημάτων. Ειδικότερα, ότι τα άτομα,
παρότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως άμοιρα προσωπικών ευθυνών, δεν
λειτουργούν αμιγώς, ανεξάρτητα από τα συλλογικά σώματα και τους
θεσμούς που υπηρετούν, αλλά υποχρεώνονται να υποδύονται ρόλους που
έχουν διαμορφωθεί ιστορικά και συλλογικά, παρά συγχρονικά και ατομικά.
Με τα δεδομένα αυτά, η αδυναμία επίλυσης του σχίσματος φαίνεται
να συνδέεται κατά ένα μεγάλο μέρος με τις αρχές οργάνωσης, τις κρατούσες
ιδεολογικές αντιλήψεις, τις αξιολογήσεις και τις προαναφερόμενες
τάσεις με τις οποίες έχει διαμορφωθεί ένα ανελαστικό και παραλυτικό
διαπραγματευτικό πλαίσιο, πάσχοντας από το σύνδρομο της "διαπραγμάτευσης
των αδιαπραγμάτευτων". Λογική που επικράτησε ακόμα και στην
περίπτωση της "Συμφωνίας των Αθηνών", στο στάδιο υποβολής
του σχετικού "Προσυμφώνου" στις συνελεύσεις των Κοινοτήτων,
αλλά και αργότερα από την ίδια την Αρχιεπισκοπή στις επαφές για
την προώθηση της "Συμφωνίας" με την Κοινότητα Σίδνεϊ,
αν και το σχετικό κείμενο που συνυπογράφτηκε για να τεθεί προς έγκριση
στις γενικές συνελεύσεις των Κοινοτήτων, διαμορφωμένο όπως ήταν
με τη διαμεσολάβηση του Υπουργείου Εξωτερικών, δεν περιέλαβε προβλέψεις
σχετικά με τις καταστατικές αρχές των δύο πλευρών.
Στις σχετικές έτσι διαβουλεύσεις με την Κοινότητα Σίδνεϊ για την
διμερή προώθηση της "Συμφωνίας των Αθηνών" φέρεται να
ετέθησαν από την Αρχιεπισκοπή ως επιπρόσθετοι όροι για την προώθησή
της η αλλαγή άρθρων του καταστατικού της Κοινότητας, το κλείσιμο
ναών, η αποχώρηση από την Ομοσπονδία Κοινοτήτων, ή η ένταξη στην
Κληρικολαϊκή Συνέλευση κ.ά., τροποποιώντας το περιεχόμενο του "Προσυμφώνου"
που υπογράφτηκε στην Αθήνα και ακολούθως υπερψήφισε η Ειδική Γενική
Συνέλευση των μελών της Κοινότητας Σίδνεϊ. Αξίωση που, κατά την
κοινοτική πλευρά, φέρεται να επέφερε και τη διακοπή των σχέσεων
της Κοινότητας Σίδνεϊ με την Αρχιεπισκοπή για την εξεύρεση τρόπων
προώθησης της "Συμφωνίας" και τη ματαίωση της, καθώς οι
όροι αυτοί θεωρήθηκαν ως ωμή επέμβαση της Αρχιεπισκοπής στα διοικητικά
της Κοινότητας και απορρίφθηκαν από τη Γενική Συνέλευση των μελών
της ("Νέος Κόσμος", 10-6-1996).
4. ΌΡΟΙ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ-ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΧΑΣΜΑΤΟΣ
Ως έχουν τα πράγματα, τα παλιά σχήματα, στοχεύοντας στην επίτευξη
μιας "καθαρής λύσης", αποδείχτηκαν ατελέσφορα.
Το σχήμα λύσης που φαίνεται να υποστηρίζεται και να προωθείται
τα τελευταία χρόνια από πλευράς της ΟΕΟΚΑ, με τον χαρακτηρισμό των
κοινοτικών ναών ως "σταυροπηγιακών" και την υπαγωγή τους
απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποτελεί ασφαλώς μια ενδιαφέρουσα
πρόταση στο βαθμό που δεν εμπλέκει τις αρχές οργάνωσης της Εκκλησίας
και των Κοινοτήτων και, ενδεχομένως, δεν αντικρούεται με τους Ιερούς
Κανόνες και τη διοικητική παράδοση της Εκκλησίας. Ωστόσο, ως σχήμα
λύσης φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να μεθοδεύεται παρακάμπτοντας τον
αρμόδιο Αρχιεπίσκοπο με τη συναίνεση του οποίου θα μπορούσε να υλοποιηθεί
χωρίς κραδασμούς και από αυτή την άποψη παρουσιάζεται να κινείται
εξωλογικά σε σχέση με την κρατούσα διοικητική τάξη της Εκκλησίας.
Τα όσα γράφτηκαν τον τελευταίο καιρό περί προσωρινής ανάκλησης της
ισχύος των επίμαχων άρθρων για να καταστεί δυνατή η έναρξη νέου
κύκλου συνομιλιών φαίνεται ότι συνιστούν ένα "τέλος εποχής"
και για το σχήμα αυτό.
Με δεδομένη την αποτυχία των έως σήμερα σχημάτων με άξονα τις καταστατικές
αρχές των δύο μερών, η επίλυση του χάσματος δεν φαίνεται δυνατή
στην κατεύθυνση μιας "καθαρής λύσης", με την προσαρμογή
των επίμαχων καταστατικών άρθρων, τα όποια προτασσόμενα συνεχώς
φαίνεται να συνιστούν ένα βολικό άλλοθι και για τις δύο πλευρές
για τη διαιώνιση του ζητήματος, δίνοντας την εντύπωση ότι η επίλυση
του θέματος έχει αναχθεί συνειδητά ή ασυνείδητα σε εικονικό στόχο.
Έχοντας κατά νου όσα εκτέθηκαν έως εδώ, θα περίμενε κανείς ως εφικτότερη
μια "ενδιάμεση" λύση, στηριζόμενη στις αρχές σεβασμού
και μη ανάμιξης στα εσωτερικά ζητήματα των εμπλεκόμενων μερών.
Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να επιτευχθεί: α) με την αποσυνάρτηση
του ζητήματος από τις καταστατικές αρχές λειτουργίας των δύο πλευρών,
καθιστώντας την προσαρμογή τους προαιρετική σε βάθος χρόνου παρά
υποχρεωτική, "εδώ και τώρα" και β) με την αποφόρτιση του
κλίματος από τις δευτερεύουσας φύσης αντιθέσεις και τις τάσεις προσωποποίησης
του θέματος με τις οποίες φαίνεται να απαξιώνονται τα πρόσωπα που
εμπλέκονται στη διαχείριση του ζητήματος και να παρεμποδίζονται
οι μεταξύ τους επαφές.
Κρίνοντας από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την υπάρχουσα παραταξιακή
περιχαράκωση σε "κοινοτικούς" και "παπαδικούς"
ως προς το οργανωμένο τμήμα της ομογένειας, η άμβλυνση των αντιθέσεων
αυτών μπορεί να θεωρηθεί ως κεφαλαιώδους σημασίας και θα μπορούσε
να επιτευχθεί με την προώθηση συνεργασιών σε ζητήματα μη σχετιζόμενα
με τον υπάρχον σχίσμα και τους όρους επίλυσης του, ώστε να καταστεί
δυνατόν να οικοδομηθούν βαθμηδόν σχέσεις αλληλοσεβασμού και αμοιβαίας
εμπιστοσύνης στις ηγεσίες όσο και στο σώμα των μελών των δύο πλευρών.
Μέσω των συνεργασιών αυτών θα μπορούσαν να αμβλυνθούν οι διαφορές
και να αναδειχθεί προοπτικά ένας γονιμότερος προβληματισμός για
μια διεξοδικότερη επίλυση του θέματος, σταθμίζοντας προσεχτικότερα
τα υλικά ή άϋλα αμοιβαία οφέλη που μπορεί να επιφέρει μια "ενδιάμεση"
λύση, με μεταβατικό σταθμό την οποία θα μπορούσε ίσως να διαμορφωθεί
μελλοντικά μια διεξοδικότερη λύση.
Υπό τις βασικές αυτές προϋποθέσεις θα είχε επαρκή αιτιολογία και
νόημα να δρομολογηθούν νέες κινήσεις διαλόγου για την επίλυση του
χάσματος, αποκλείοντας κινήσεις για "το θεαθήναι".
|
Αρχείο |