Platyrrahos Publishing logo
| Ράδιο Γέφυρα | Κρητικά Νέα της Αυστραλίας | Παροικιακοί Αντίλαλοι | Σύνδεσμοι | Χορηγοί | Επικοινωνία |

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες

Πηγή: Εφημερίδα Νέος Κόσμος

Άκρως ενδιαφέροντες προδιαγράφονται οι επόμενοι 3-4 μήνες. Οι πολιτικοί αναλυτές προβλέπουν ότι ο Τζον Χάουαρντ θα επιλέξει την 10η Νοεμβρίου για τις ομοσπονδιακές εκλογές. Ήδη, τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα, των Φιλελευθέρων και το Εργατικό, δίνουν την εντύπωση πως η προεκλογική καμπάνια έχει ξεκινήσει.

Ως εκ τούτου, οι προβλέψεις ως προς το ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές, ή μάλλον ποιος θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός, ο Τζον Χάουαρντ ή ο Κέβιν Ραντ, δίνουν και παίρνουν.

Αν και στα κοινοβουλευτικά συστήματα το ενδιαφέρον κατά την προεκλογική περίοδο εστιάζεται στο ποιο πολιτικό κόμμα θα σχηματίσει κυβέρνηση, φέτος η προσοχή στρέφεται στους δύο μονομάχους, τον εμπειροπόλεμο, αδίστακτο και φιλόδοξο Τζον Χάουαρντ, και τον Αρχηγό του Εργατικού Κόμματος Κέβιν Ραντ, ο οποίος με την ευελιξία αίλουρου παρακάμπτει κάθε ενέδρα που του στήνει ο αντίπαλός του.

Δύο θα έλεγα είναι οι κύριοι λόγοι για το ιδιαίτερο αυτό ενδιαφέρον στους δύο υποψήφιους πρωθυπουργούς.

Ο πρώτος οφείλεται στην απόφαση του Τζον Χάουαρντ πριν από ένα χρόνο να παραμείνει Πρωθυπουργός και να διεκδικήσει τις επόμενες εκλογές. Σε περίπτωση επανεκλογής του, ο Χάουαρντ θα πάρει θέση δίπλα στο ίνδαλμά του Ρόμπερτ Μένζις, ως ο δεύτερος Πρωθυπουργός της Αυστραλίας που επανεξελέγη σε πέντε συνεχείς εκλογές.

Όταν το 2006 ο Χάουαρντ πήρε την απόφαση αυτή, αρχηγός του Εργατικού Κόμματος ήταν ο Κιμ Μπίζλι, τον οποίο είχε νικήσει σε δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, και είχε την αυτοπεποίθηση πως το ίδιο θα συνέβαινε και στις επόμενες.

Η υπεροψία όμως έχει συχνά και το τίμημά της. Τον περασμένο Δεκέμβριο το Εργατικό Κόμμα αντικατέστησε τον Μπίζλι, η δημοτικότητα του οποίου στις δημοσκοπήσεις ήταν πολύ χαμηλή, και εξέλεξε τον μέχρι τότε σκιώδη Υπουργό Εξωτερικών, Κέβιν Ραντ.

Τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία. Ο Ραντ προηγείται του Χάουαρντ στις δημοσκοπήσεις, και το κόμμα του θα σαρώσει στις εκλογές, αν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων αποτελούν ακριβή ένδειξη της εκλογικής πρόθεσης των πολιτών.

Βέβαια οι δημοσκοπήσεις αποτελούν δείκτη των προθέσεων των πολιτών σε μια δεδομένη περίοδο, οι οποίες μπορεί να αλλάξουν μέχρι τις εκλογές για διάφορους λόγους.

Όμως το γεγονός ότι τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων διαφόρων οργανισμών για εφτά μήνες δείχνουν την ίδια εικόνα, αποτελεί σαφή ένδειξη πως κάτι δεν πάει καλά με την παρούσα κυβέρνηση.

Εκείνο που σίγουρα προβληματίζει τον Πρωθυπουργό είναι ότι η γνώμη των ψηφοφόρων για τον ίδιο και για τον Συνασπισμό, του οποίου ηγείται, δεν άλλαξε, παρά τις σημαντικές περικοπές στην φορολογία του προσωπικού εισοδήματος, και τις γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές, που ανακοινώθηκαν στον Προϋπολογισμό του Μαΐου, και άρχισαν να ισχύουν από την 1η Ιουλίου.

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων είναι σημαντικά για δύο κύριους λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι ανά πάσα στιγμή, δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο το σώμα των ψηφοφόρων αντιδρά στα διάφορα μέτρα της Κυβέρνησης, και στον τρόπο με τον οποίο η Αντιπολίτευση εκτελεί τον ρόλο του ελέγχου που απαιτείται στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα. Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων αποτελούν προγνώσεις για τα πιθανά αποτελέσματα των επόμενων εκλογών.

Ο δεύτερος λόγος για την σημασία των δημοσκοπήσεων είναι ότι παράλληλα με τον προγνωστικό τους χαρακτήρα ως προς το ποιο κόμμα, και με ποια διαφορά, θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών.

Το εκλογικό σώμα χωρίζεται σε τρεις κύριες κατηγορίες: στους οπαδούς της Κυβέρνησης, στους αντιπάλους της Κυβέρνησης, και στους αναποφάσιστους. Για ιδεολογικούς ή συμφεροντολογικούς λόγους, η ψήφος των δύο πρώτων κατηγοριών είναι δεδομένη: η πρώτη κατηγορία θα ψηφίσει υπέρ της Κυβέρνησης, και η δεύτερη κατά. Σε περίπτωση που αριθμητικά οι δύο αυτές κατηγορίες δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, τα αποτελέσματα των εκλογών κρίνονται από την ψήφο των αμφιταλαντευόμενων, που την τελευταία στιγμή αποφασίζουν να ψηφίσουν υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος.

Εδώ είναι που λειτουργεί ο ψυχολογικός παράγοντας. Όταν επί σειρά μηνών οι δημοσκοπήσεις τοποθετούν ένα κόμμα στην πρωτοπορία, πολλοί αναποφάσιστοι τείνουν να συμφωνήσουν με την πλειονότητα, γιατί κατά κανόνα ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με αυτήν.

Ας μην ξεχνάμε πως στα δημοκρατικά πολιτεύματα η πλειοψηφία καταξιώνει ή απαξιώνει την εγκυρότητα των συλλογικών αποφάσεων.

Για τον λόγο αυτό οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν μόνο ως προγνωστικά των εκλογών, αλλά συχνά επηρεάζουν και την έκβασή τους.

Επιπλέον, όταν οι δημοσκοπήσεις βαίνουν ενάντια στην Κυβέρνηση, συχνά ωθούν τον Πρωθυπουργό στην λήψη απεγνωσμένων μέτρων, ή σε αρνητικά σχόλια για την αντιπολίτευση, και ιδίως τον αρχηγό της, γεγονός που τον εκθέτει στα μάτια των ψηφοφόρων ως στερούμενο του κύρους, του ηθικού ερείσματος, της αξιοπρέπειας και της αξιοπιστίας, που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

ΕΝΟΣ ΚΑΚΟΥ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ
Σαν να μην έφταναν τα αρνητικά για την Κυβέρνηση αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, την περασμένη εβδομάδα η εφημερίδα The Age δημοσιοποίησε αποσπάσματα από πρόσφατη βιογραφία του Τζον Χάουαρντ, που αντανακλούν αρνητικά στον χαρακτήρα του.

Οι δύο πανεπιστημιακοί συγγραφείς της βιογραφίας είχαν πάρει συνέντευξη από τον Θησαυροφύλακα Πίτερ Κοστέλο, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 2006, την οποία ενσωμάτωσαν στο βιβλίο τους.

Τα σχόλια του κ. Κοστέλο κάθε άλλο παρά κολακευτικά είναι για τον Πρωθυπουργό Τζον Χάουαρντ.

Ο κ. Κοστέλο μίλησε πολύ επικριτικά για το γεγονός ότι το 2001 ένα έγγραφο από τον Πρόεδρο του Κόμματος των Φιλελευθέρων που απευθυνόταν στον Πρωθυπουργό, στο οποίο ο Θησαυροφύλακας χαρακτηριζόταν ως σφιχτοχέρης προς τους χαμηλόμισθους στο φορολογικό σύστημα γνωστό ως GST, διέρρευσε στα μέσα ενημέρωσης.

Κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, το έγγραφο εκείνο, αν και είχε σταλεί προσωπικά στον κ. Χάουαρντ, έφτασε στα χέρια ενός δημοσιογράφου, ο οποίος και το δημοσιοποίησε.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς του εν λόγω βιβλίου, ο Πίτερ Κοστέλο εκφράζει την άποψη πως η διαρροή έγινε για να του καταλογισθεί η ευθύνη για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Κυβέρνηση την περίοδο εκείνη.

Σε άλλο σημείο ο Θησαυροφύλακας σχολιάζει το γεγονός πως ενώ άλλοι συνάδελφοί του, και οι γυναίκες τους, είχαν προσκληθεί από τον κ. Χάουαρντ στην πρωθυπουργική κατοικία για γεύμα, ο ίδιος και η σύζυγός του δεν έτυχαν παρόμοιας τιμής.

Πράγματι, αυτό είναι κάπως παράδοξο, όταν λάβουμε υπόψη ότι ιεραρχικά ο Θησαυροφύλακας βρίσκεται στην κορυφή του Υπουργικού Συμβουλίου.

Ο κ. Κοστέλο δεν παρέλειψε να σχολιάσει και το ότι ο κ. Χάουαρντ δεν διακρίθηκε ως Θησαυροφύλακας στην Κυβέρνηση του Μάλκολμ Φρέηζερ, αφού δεν κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο τα επιτόκια και τον πληθωρισμό.

Σημειωτέον ότι ενώ ο κ. Χάουαρντ κατά κόρον αναφέρεται στα υψηλά επιτόκια (έφτασαν το 17%) όταν ο Πολ Κήτινγκ ήταν Θησαυροφύλακας σε κυβερνήσεις του Μπομπ Χωκ, όταν ο ίδιος ήταν Θησαυροφύλακας τα επιτόκια είχαν ξεπεράσει το 20%.

Οι πολιτικοί αναλυτές διερωτώνται τι ήταν εκείνο που ώθησε τον Πίτερ Κοστέλο να κάνει τα παραπάνω σχόλια για την βιογραφία του Τζον Χάουαρντ, αφού έπρεπε να γνωρίζει ότι το βιβλίο θα κυκλοφορούσε κατά την διάρκεια του 2007, και μάλιστα πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές.

Η αποκάλυψη της συνέντευξης του Πίτερ Κοστέλο που περιέχεται στην βιογραφία του Τζον Χάουαρντ έγινε λίγες ημέρες μετά από την έκτακτη σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου από τον Πρωθυπουργό, για να αναζητηθούν τρόποι βελτίωσης της Κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις.

Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, ο κ. Χάουαρντ έθεσε στους Υπουργούς του το ερώτημα αν, κατά την γνώμη τους, αυτός είναι ο υπαίτιος για τα απογοητευτικά αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων.

Τα σχόλια του κ. Κοστέλο, σε συνάρτηση με τις παρατηρήσεις άλλων σημαινόντων προσώπων, ότι η αξιοπιστία του Πρωθυπουργού έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από τα καιροσκοπικά μέτρα του παρελθόντος, και από ανακριβείς, κάποιοι λένε αναληθείς, εξηγήσεις για την λήψη τους, έρχονται σαν απάντηση στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε στους Υπουργούς του.

Για παράδειγμα, ο πρώην Πρωθυπουργός Μάλκολμ Φρέηζερ κλείνει ως ακολούθως άρθρο του για την αντιπροσφυγική πολιτική του Χάουαρντ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Age (20/06/2006), με τίτλο "Όλοι μας είμαστε υπεύθυνοι για την έλλειψη ανθρωπιάς αυτής της Κυβέρνησης":

"Πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι Αυστραλοί δεν έχουν εξεγερθεί με αγανάκτηση κατά της πολιτικής αυτής, η οποία εφαρμόζεται στο όνομά μας; Ενόσω την ανεχόμαστε, όλοι μας είμαστε υπεύθυνοι.

Πότε θα απαιτήσουμε επιστροφή σε μια αξιοπρεπή και ανθρώπινη πολιτική;".

Στα δημοκρατικά πολιτεύματα ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και την ανανέωση, αν όχι με την αλλαγή του κυβερνώντος κόμματος, τουλάχιστον με την αλλαγή του Πρωθυπουργού.

Ως εκ τούτου, η εμμονή του Τζον Χάουαρντ να επανεκλεγεί για πέμπτη φορά, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, και εν όψει της φθίνουσας δημοτικότητάς του, ερμηνεύονται από πολλούς ως ένδειξη υπεροψίας, και της πεποίθησής του ότι είναι αναντικατάστατος.

Η πολιτική επιστήμη διδάσκει πως όταν η λαϊκή αντίληψη για το πρόσωπο του πρωθυπουργού διαφέρει ριζικά από την αυτοεκτίμηση του ιδίου, το εκλογικό αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

 

Αρχείο