14
χρόνια στον Κ. Κλάδο για το φόνο του Σαμιωτάκη
Πηγή:Εφημερίδα Νέα
Κρήτη
Ποινή κάθειρξης 14 ετών επέβαλε αργά χθες το βράδυ το Μικτό Ορκωτό
Εφετείο Χανίων στον Κώστα Κλάδο, για τη δολοφονία του Μανόλη Σαμιωτάκη
στις 29 Οκτωβρίου του 2003 στη λεωφόρο 62 Μαρτύρων στο Ηράκλειο.
Παράλληλα, στον κατηγορούμενο επεβλήθη η στέρηση των πολιτικών
δικαιωμάτων για μία πενταετία. Το δικαστήριο έκρινε τον Κώστα Κλάδο
ένοχο για ανθρωποκτονία, αναγνωρίζοντάς του ωστόσο το ελαφρυντικό
της τέλεσης του αδικήματος εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Νωρίτερα, ο
εισαγγελέας έδρας είχε ζητήσει την κήρυξη του Κώστα Κλάδου ως ενόχου
χωρίς ελαφρυντικά.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, κατά τη διάρκεια
των αγορεύσεών τους, στάθηκαν ιδιαίτερα στην προσωπικότητα του θύματος,
στον τρόπο ζωής του και στην απρεπή, όπως τη χαρακτήρισαν, συμπεριφορά
του προς το δράστη. Αντίθετα, αναφέρθηκαν αναλυτικά στην καλή, όπως
τη χαρακτήρισαν, προσωπικότητα και προηγούμενη ζωή του δράστη.
Ο κατηγορούμενος πρωτόδικα είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης
22 ετών και 3 μηνών. Χθες, συνολικά στο δικαστήριο κατέθεσαν δέκα
μάρτυρες δεχόμενοι ερωτήσεις από την έδρα, τον εισαγγελέα, την πολιτική
αγωγή και την υπεράσπιση. Ένας από τους μάρτυρες, ο Α. Στρατάκης,
κατέθεσε πως είδε τον κατηγορούμενο να πυροβολεί το θύμα, ενώ ο
ίδιος μάρτυρας εξετάστηκε και από κοινού με δύο ακόμη μάρτυρες.
«Θέλω να με κοιτάξει στα μάτια και να μου πει ποια διαφορά είχε
με το παιδί μου», είπε η μητέρα του θύματος κατά την κατάθεσή της,
απευθυνόμενη δύο φορές στον κατηγορούμενο. «Πηγαίνω στην 62 Μαρτύρων,
κάθομαι στο παγκάκι που έπεσε το παιδί μου και κλαίω. ¶κουσα πως
γιος μου “πουλούσε” προστασία. Εγώ δούλευα “σκουπιδιάρα” στο Δήμο.
Αν έκανε κάτι τέτοιο, δε θα είχαμε ανάγκη τα λεφτά».
Η συνοδός του θύματος, το μοιραίο βράδυ, Μαρία Κουκλινάκη, κατά
την εξέτασή της περιέγραψε καρέ-καρέ τι συνέβη. Όπως χαρακτηριστικά
υποστήριξε, ο Σαμιωτάκης και ο Κλάδος «στην αρχή αντάλλαξαν βαριές
κουβέντες. Για δυο-τρία λεπτά βρίζονταν και ο κατηγορούμενος ήρθε
από τη δική μου μεριά. Φοβήθηκα πολύ. ¶νοιξα την πόρτα τού αυτοκινήτου
να βγω έξω. Τότε του έπεσε το όπλο. Το έπιασε και άρχισε να πυροβολεί
από το παρμπρίζ. Μετά τους πυροβολισμούς τα έχασα. Τραβούσα τα μαλλιά
μου και φώναζα βοήθεια»...
Λίγο μετά ήρθε η σειρά τού κατηγορουμένου να απολογηθεί. Ο Κώστας
Κλάδος στάθηκε μπροστά στην έδρα και το πρώτο πράγμα που είπε ήταν
πως «ποτέ δεν είχα πειράξει κανένα. Δούλευα τίμια, σπούδασα την
αδελφή μου και φρόντιζα τα μικρότερα αδέλφια μου. Το όνειρό μου
ήταν να κάνω ένα μαγαζί. Τα κατάφερα και έκανα τέσσερα. Με ήξερε
όλο το Ηράκλειο». Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο μοιραίο βράδυ. Περιέγραψε
τα όσα είχαν προηγηθεί, για να φτάσει τη στιγμή της συνάντησής του
με τον Σαμιωτάκη: «Όταν με φώναξε και πλησίασα στο αυτοκίνητο, λογομαχήσαμε.
Μετά τράβηξε όπλο. Τα έχασα... Πυροβόλησα. Μετά μου έπεσε το όπλο.
Το έπιασα, το πήρα και έφυγα. Έφυγα από το φόβο μου».
Ωστόσο ο εισαγγελέας της έδρας ήταν καταπέλτης για τον κατηγορούμενο.
Περιγράφοντας τη σκηνή του φόνου, υποστήριξε πως «ένα απλό συμβάν
εξύβρισης με ευθύνη του κατηγορουμένου είχε την κατάληξη αυτή...
Ο Σαμιωτάκης κάλεσε τον κατηγορούμενο να πλησιάσει στο αυτοκίνητο.
Ακούστηκαν ύβρεις. Τότε ο κατηγορούμενος έβγαλε από τη μέση του
το πιστόλι και πυροβόλησε τέσσερις φορές. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου
πως ήταν σε άμυνα δεν επιβεβαιώνονται. Διέπραξε την πράξη της ανθρωποκτονίας
από πρόθεση σε κατάσταση ήρεμης ψυχικής κατάστασης. Ζητώ να κριθεί
ένοχος». Ο εισαγγελέας της έδρας αναφέρθηκε και στην πρωτόδικη απόφαση
που αναγνώριζε στον κατηγορούμενο τρία ελαφρυντικά, ενώ υποστήριξε
πως δε συντρέχει για τον κατηγορούμενο η περίπτωση του πρότερου
εντίμου βίου. Ακόμη είπε πως δεν υπάρχει ανάρμοστη συμπεριφορά τού
παθόντος έναντι του κατηγορουμένου. Κατά την άποψή του παραμένει
το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Αίσθηση προκάλεσε όμως η αναφορά του προέδρου της έδρας. «Διαλύθηκαν
δύο οικογένειες για ψύλλου πήδημα», είπε χαρακτηριστικά. Ακολούθησαν
οι αγορεύσεις του συνηγόρου πολιτικής αγωγής και των τριών συνηγόρων
υπεράσπισης.
Κατά τη διάρκεια της δίκης στην αίθουσα υπήρχαν φίλοι και συγγενείς
των αντιδίκων, ενώ έντονη ήταν και η παρουσία αστυνομικής δύναμης.
Να σημειωθεί, τέλος, ότι γινόταν έλεγχος σε όλους όσους έμπαιναν
στην αίθουσα του Εφετείου.
Το χρονικό του φόνου
Το φονικό σημειώθηκε στη λεωφόρο 62 Μαρτύρων, έξω από την καφετέρια
που διατηρούσε ο αδερφός τού κατηγορουμένου. Το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου
2003, ο 29χρονος Μανόλης Σαμιωτάκης, οδηγώντας το ακριβό σπορ αυτοκίνητό
του και έχοντας στο πλάι του τη φίλη του, περνώντας από το συγκεκριμένο
δρόμο έκανε το μοιραίο λάθος να σταματήσει για να πει δυο “κουβέντες”
με τον κατηγορούμενο.
Όπως αποδείχτηκε, το φονικό συνέβη για ασήμαντη αφορμή και μάλιστα
μετά από παρεξήγηση που αφορούσε τα αδέρφια θύματος και δράστη.
Το προηγούμενο βράδυ του φονικού, ο αδερφός του Κλάδου, ο Δράκος
- ιδιοκτήτης της καφετέριας στη λεωφόρο 62 Μαρτύρων - είχε μεταβεί
με την παρέα του στο μπαρ όπου εργαζόταν ως πορτιέρης ο αδερφός
του Σαμιωτάκη, Γιώργος. Για κάποιο λόγο, τα δύο αδέρφια των βασικών
“πρωταγωνιστών” της υπόθεσης παρεξηγήθηκαν και, μάλιστα, έφτασαν
στο σημείο να συμπλακούν.
Την επόμενη ημέρα, ο Γιώργος Σαμιωτάκης μετέβη στην καφετέρια
του Δράκου Κλάδου με σκοπό να ζητήσει το λόγο για το επεισόδιο της
προηγούμενης ημέρας. Εκείνος δεν ήταν εκεί και έτσι έφυγε άπρακτος,
για να επιστρέψει με τον αδερφό του λίγες ώρες αργότερα. Όμως, και
πάλι δε βρήκαν κανέναν εκεί.
Γύρω στις 10 το βράδυ, ο Μανόλης Σαμιωτάκης, περνώντας με τη φίλη
του έξω από την καφετέρια, κάλεσε την ξαδέρφη του, που εργαζόταν
στο μαγαζί, να βγει έξω. Ο Κώστας Κλάδος, που βρισκόταν εκεί και
έπινε τον καφέ του, αντιλήφθηκε το σκηνικό, ακολούθησε την κοπέλα
και πλησίασε στο αυτοκίνητο για να ζητήσει το λόγο. Μαρτυρίες ανέφεραν
ότι ο 29χρονος τον εξύβρισε και τον απείλησε, και πως τότε ο Κώστας
Κλάδος τράβηξε το όπλο.
|