ΣΚΛΗΡΟ
ΟΧΙ στη Γιαννάκου από την Κρήτη
Δε "μασάει" τα λόγια του το Πανεπιστήμιο
Κρήτης σχετικά με τις αλλαγές στο νόμο-πλαίσιο
Πηγή: Εφημερίδα Νέα
Κρήτη
Δε "μασάει" τα λόγια του το Πανεπιστήμιο Κρήτης σχετικά
με τις αλλαγές στο νόμο-πλαίσιο, όπως αυτές προβλέπονται στην "πρόταση"
του υπουργείου Παιδείας, η οποία είχε δοθεί προ μηνών στη δημοσιότητα
για δημόσια διαβούλευση.
Σύμφωνα με το κείμενο των θέσεων του Πανεπιστημίου, που υπερψηφίστηκε
από τη Σύγκλητο του Ιδρύματος, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις πλήττεται
περαιτέρω η αυτοτέλεια των ΑΕΙ, αντιμετωπίζονται αποσπασματικά κεφαλαιώδη
ζητήματα της ανώτατης παιδείας, ενώ διαφαίνεται ο κίνδυνος «να ασκηθούν
στο δημόσιο πανεπιστήμιο αντίρροπες και δυνάμει διαλυτικές πιέσεις,
τόσο προς την κρατικοποίηση, όσο και προς την ιδιωτικοποίησή του».
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης είναι το πρώτο ΑΕΙ της χώρας που τοποθετείται
συνολικά επί των ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο νόμου
του υπουργείου Παιδείας για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου της
ανώτατης εκπαίδευσης. Το σχετικό κείμενο συντάχτηκε με ευθύνη του
πρύτανη κ. Γιάννη Παλλήκαρη, της κοσμήτορος της Σχολής Θετικών και
Τεχνολογικών Επιστημών κ. Σουζάνας Παπαδοπούλου και του κοσμήτορα
της Φιλοσοφικής Σχολής κ. Αλέξη Καλοκαιρινού. Είχαν προηγηθεί εκτενής
διάλογος και σύνθεση των απόψεων της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Στο προοίμιο του κειμένου των θέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης
δηλώνεται «σταθερή προσήλωση στις θεμελιώδεις, συνταγματικά κατοχυρωμένες
αρχές της πλήρους αυτοδιοίκησης και της αυτοτέλειας, του δημόσιου,
δωρεάν και ακαδημαϊκού χαρακτήρα των ΑΕΙ», και εκφράζεται αντίθεση
στην αναθεώρηση διατάξεων του άρθρου 16 του Συντάγματος.
Αναγνωρίζεται η ανάγκη αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει
τη δομή και τη λειτουργία των ΑΕΙ, ωστόσο επισημαίνεται ότι η βελτίωση
του Πανεπιστημίου απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και επίμονη προσπάθεια,
και θα επιτευχθεί σε βάθος χρόνου.
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης θεωρεί ότι το προσχέδιο του υπουργείου
Παιδείας δεν αποτελεί σχέδιο νόμου-πλαισίου, αλλά σειρά εξειδικευμένων
ρυθμίσεων, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αφήνουν κανένα
περιθώριο ελευθερίας, ή περαιτέρω εξειδίκευσης. Παράλληλα, κρίνει
ότι ο νόμος-πλαίσιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζει συνολικά και συνεκτικά
τα ζητήματα της ανώτατης παιδείας, καθώς και ζητήματα απόλυτα συνυφασμένα
με αυτή, δηλαδή
α) την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση,
β) τη βασική δομή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης,
γ) τις μεταπτυχιακές σπουδές,
δ) την έρευνα και
ε) την αξιολόγηση.
Όμως, η ?πρόταση? του υπουργείου αφορά ουσιαστικά μόνο στο β.
Τα υπόλοιπα είτε ρυθμίζονται ανεξάρτητα, είτε ελλιπώς. Το πρώτο
βασικό συμπέρασμα του Πανεπιστημίου Κρήτης είναι ότι η ?πρόταση?
του υπουργείου Παιδείας θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερο θεματικό εύρος
και μικρότερο ρυθμιστικό βάθος, ενώ παράλληλα επισημαίνεται ότι
«η υφιστάμενη δομή του υπουργείου Παιδείας, το οποίο είναι αρμόδιο
για τα θρησκεύματα, αλλά αναρμόδιο για την έρευνα, είναι μάλλον
απρόσφορη για την ανάληψη του εγχειρήματος να καταρτιστεί ένα ευρύ
και συνεκτικό νομικό πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση και την
έρευνα».
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επισήμανση ασάφειας που υπάρχει ως
προς τη νομική προσωπικότητα των ΑΕΙ. Το ζήτημα οριζόταν σαφώς στον
ισχύοντα νόμο: «Τα ΑΕΙ είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου πλήρως
αυτοδιοικούμενα».
Στην ?πρόταση? του υπουργείου παρεισάγεται αναφορά στο άρθρο 16,
κατά την έννοια του οποίου είναι τα Ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης,
η οποία αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: «αα) τον πανεπιστημιακό
(...) και ββ) τον τεχνολογικό (...)». Είναι, ωστόσο, δεδομένη η
πρόθεση της κυβέρνησης (και της αξιωματικής αντιπολίτευσης) να αναθεωρηθεί
ακριβώς η επικαλούμενη παράγραφος του άρθρου 16, σύμφωνα με την
οποία «(η) ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από Ιδρύματα
που αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».
Συμπέρασμα του Πανεπιστημίου Κρήτης είναι ότι, «ενόψει της συνταγματικής
αναθεώρησης, η νομοθεσία για τα πανεπιστήμια αιωρείται στο κενό
και οι προτεινόμενες ρυθμίσεις πρέπει να θεωρηθούν ως προσωρινές
και ενδιάμεσες. Προετοιμάζουν το έδαφος του νομοθετικού έργου που
θα ακολουθήσει τη συνταγματική αναθεώρηση, και με το οποίο θα ρυθμίζεται
το νέο τοπίο της ανώτατης εκπαίδευσης και θα επανακαθορίζεται ό,τι
αφορά το δημόσιο χαρακτήρα των (κατά την ισχύουσα νομοθεσία) πανεπιστημίων,
με τρόπο που παραμένει, επί του παρόντος, άδηλος».
ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ
Στις θέσεις του Πανεπιστημίου Κρήτης υπογραμμίζεται ότι η κρατική
παρέμβαση στη σύνταξη «πρότυπου εσωτερικού κανονισμού» (υποχρεωτικής
εφαρμογής από το υπουργείο για λογαριασμό των ΑΕΙ) θέτει σε κίνδυνο
την πανεπιστημιακή αυτοτέλεια. Σημειώνεται ότι «το κανονιστικό πεδίο
του εσωτερικού κανονισμού θα έπρεπε να συνιστά μια αληθινή ?χάρτα
αυτορρύθμισης? των πανεπιστημίων».
Για τις ρυθμίσεις που αφορούν στο πρόγραμμα σπουδών τονίζεται
ότι συνιστούν οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις ισχύουσες, αφού «οι
καθολικές ποσοτικές ρυθμίσεις, από την αυξημένη αναλογία των υποχρεωτικών
επί των επιλεγόμενων μαθημάτων μέχρι τα ανώτατα και κατώτατα όρια
συμμετεχόντων σε μαθήματα, είναι αυθαίρετες και στις περισσότερες
περιπτώσεις άσκοπες και ανεφάρμοστες. Είναι προφανές ότι τα ανωτέρω,
όπου απαιτείται, αποτελούν αντικείμενα εσωτερικών ρυθμίσεων του
Πανεπιστημίου, και των ακαδημαϊκών του μονάδων (τμημάτων και των
τομέων), σύμφωνα με τις ειδικότερες επιστημολογικές και μαθησιακές
απαιτήσεις και τις πραγματικές συνθήκες και ανάγκες τους».
ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
Η ρύθμιση για τα συγγράμματα κρίνεται ως «εξωφρενική και απαράδεκτη
για μια δημοκρατική Πολιτεία που σέβεται τις στοιχειώδεις (όχι μόνο
ακαδημαϊκές) ελευθερίες. Το εν λόγω μέτρο συνδυάζει την εκθετική
αύξηση της κεντρικής γραφειοκρατίας με την εγκατάσταση ενός εκ των
πραγμάτων λογοκριτικού μηχανισμού».
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης κρίνει ότι «ο θεσμός του μοναδικού και
υποχρεωτικού πανεπιστημιακού συγγράμματος είναι αναχρονιστικός και
αντίθετος προς βασικές αρχές της απόκτησης της γνώσης», δηλώνει
αντίθετο στη θέσπιση εθνικού καταλόγου πανεπιστημιακών συγγραμμάτων
και προτείνει να προσδιορίζεται κονδύλι συγγραμμάτων-βιβλιοθήκης
ανά ακαδημαϊκή μονάδα, η διάθεση του οποίου θα γίνεται με εσωτερική
απόφαση.
ΜΑΝΑΤΖΕΡ
Σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο, «πρόκειται για ασαφή ρύθμιση, ενδεχομένως
αναιρετική για την πανεπιστημιακή αυτοτέλεια», ενώ επισημαίνεται
ότι «η τελική επιλογή από τον υπουργό λαμβάνει πολιτική διάσταση».
ΕΚΛΟΓΕΣ
Για το ζήτημα της εκλογής των οργάνων, η καθολική συμμετοχή των
φοιτητών κρίνεται ως «ένα θετικό αλλά ημιτελές και μετέωρο βήμα».
Όπως υποστηρίζεται, «το μέτρο πρέπει απαραιτήτως να συνδυάζεται
με στάθμιση των ψήφων και των τριών ομάδων εκλογέων (δηλαδή διδασκόντων,
φοιτητών και υπαλλήλων) ως προς το ποσοστό συμμετοχής τους».
"ΑΙΩΝΙΟΙ"
Ως «ψευτοπρόβλημα» χαρακτηρίζεται αυτό των αιώνιων φοιτητών, και
για το λόγο αυτό προτείνεται να μην υπάρξει νομοθετική ρύθμιση.
«Η μείωση του μέσου χρόνου φοίτησης και η βελτίωση του λόγου αποφοιτούντων
προς εισαγόμενους πρέπει να αποτελούν συνδυαστικά στόχο κάθε ακαδημαϊκής
μονάδας και να συνυπολογίζονται κατά την αξιολόγησή της. Όλες οι
υπόλοιπες ρυθμίσεις πρέπει να επαφίενται στις ακαδημαϊκές μονάδες».
Ωστόσο, προτείνεται από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, μετά την υπέρβαση
κατά 50% του κανονικού χρόνου φοίτησης, να μην ισχύει πλέον το δικαίωμα
του εκλέγεσθαι σε ακαδημαϊκά όργανα.
ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ
Για τις «ανταποδοτικές υποτροφίες» επισημαίνεται ότι
α) «δεν είναι αποδεκτή η χρησιμοποίηση φοιτητών ως φθηνού μερικώς
απασχολούμενου εργατικού δυναμικού, και μάλιστα με το πρόσχημα παροχής
?υποτροφίας?. Ωστόσο, θα πρέπει να ενθαρρύνεται η μερική απασχόληση
φοιτητών με μειωμένο και ευέλικτο για τους ίδιους ωράριο σε βοηθητικές
επιστημονικές-ακαδημαϊκές εργασίες», και
β) «η ενίσχυση με υποτροφίες των φοιτητών που διακρίνονται αποτελεί
υποχρέωση του κράτους κατά συνταγματική επιταγή, την οποία επουδενί
δεν υποκαθιστά η χορήγηση ?ανταποδοτικών? υποτροφιών και η θέσπιση
άτοκων δανείων».
ΥΠΕΡ
Ως θετικά κρίνει το Πανεπιστήμιο Κρήτης μέτρα σχετικά με τη διαφάνεια
και τη δημοσιότητα, την οργάνωση υπηρεσιών στήριξης φοιτητών και
την ευελιξία στον έλεγχο των δαπανών των ΑΕΙ.
|