Platyrrahos Publishing logo
| Ράδιο Γέφυρα | Κρητικά Νέα της Αυστραλίας | Παροικιακοί Αντίλαλοι | Σύνδεσμοι | Χορηγοί | Επικοινωνία |

Μαντινάδες μιας ζωής από το δικηγόρο Ευάγγελο Βρέντζο

Πηγή: Εφημερίδα Πατρίς

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μυλωνά

Εσβησε τ' άστρο τ' ουρανού
το πιο λαμπρό απ' όλα
και 'πόμεινε ο ουρανός
μπαξές με δίχως βιόλα

Στους Ανωγειανούς λυράρηδες και τους μεγάλους δασκάλους για τις αξέχαστες στιγμές που έζησε γλεντώντας μαζί τους αφιερώνει το βιβλίο του με τίτλο «Οι μαντινάδες μιας ζωής», ο επί 35 χρόνια δικηγόρος, Ευάγγελος Βρέντζος.

«Ο,τι κι αν έκανα δε θυμάμαι τίποτα άλλο εντονότερα από αυτή την εποχή», αναφέρει ο ίδιος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον «Π», όπου υποστηρίζει πως με το βιβλίο του δε διεκδικεί μία θέση στο Πάνθεον των μεγάλων μαντιναδολόγων αλλά θέλει να ευχαριστήσει τους Κρητικούς μερακλήδες που μαζί τους πέρασε δεκατρία μοναδικά χρόνια(1958-1971).

Οι μαντινάδες του κ. Βρένζτου διασώθηκαν και θα μείνουν στην ιστορία χάρη στην καλή του φίλη, Ειρήνη Ταχατάκη, στην οποία χρωστά μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Ο Ευάγγελος Βρέντζος μοιράζεται με τον «Π» στιγμές που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη του και τον ώθησαν να γράψει μερικές από τις χιλιάδες μαντινάδες του. Στιγμές από τα νεανικά του χρόνια, τους έρωτες και τις φιλίες του αλλά και περιστατικά από την εποχή της Δικτατορίας, στην οποία αντιστάθηκε ως γνήσιος Κρητικός…

«Π»: Τι θυμάστε περισσότερο από την εποχή που γλεντούσατε με τους Ανωγειανούς λυράρηδες και τους μεγάλους δασκάλους;

«Να σας πω κάτι που θυμάμαι έντονα ακόμα με το Στραβό, το μακαρίτη το Μανώλη Πασπαράκη. Ήμουν πρωτοετής φοιτητής της νομικής και γινόταν ένα γλέντι στα Ανώγεια, όπου ήταν οι μεγάλοι μερακλήδες της εποχής εκείνης, ο μπάρμπας μου, ο Σταύρος Βρέντζος, ο Γιώργης Σταυρακάκης ο Γιωργαράς, ο Σκουλάς ο Σεβλετομανώλης… μερακλήδες και χορευταράδες. Για να πλησιάσω στην παρέα, κρατούσα το τσιγάρο του Μανώλη να το ανάβει, όταν ο Στραβός είπε τη μαντινάδα «Κόσμο γροικώ, κόσμο πατώ και κόσμο δε γνωρίζω , άχι το κακορίζικο και πώς το νταγιαντίζω…» του απάντησα αμέσως«μες στα συντρίμμια της ζωής περιπλανιέμαι μόνος, γυρεύοντας να βρω χαρά μα συναντά με ο πόνος» και την άλλη «πως θα μαι πάντα δυστυχής, απόφαση το πήρα δεν αποφεύγει το κορμί όσα του γράφει η μοίρα» . Θέτει ο Μανώλης χαμε, βάνει τη λύρα στο στομάχι του, την έπαιζε και μου λέει «Βαγγέλη, να συνεχίσεις, θα γίνεις καλός μερακλής και προβλέπω ότι θα πρέπει να γίνεις και καλός επιστήμονας». Είναι από τα λίγα πράγματα που διατηρώ ακόμη.

Επίσης, εκείνο που πάλι δεν ξεχνώ ποτέ: Είχα μία σχέση στο Ηράκλειο ως μαθητής, μετά που έφυγα για φοιτητής μου έγραψε ότι θα παντρευτεί στην Αμερική και πρέπει να την ξεχάσω. Αυτό ήταν το 1963, πήρα το Νίκο Ξυλούρη, κατεβήκαμε με το αεροπλάνο στο Ηράκλειο, πήγαμε το βράδυ οι δυο μας κάτω από το σπίτι και είπα τις εξής μαντινάδες «Μου ?γραψες να χωρίσουμε αφού το θες ας γίνει συνήθισα ο,τι αγαπώ να φεύγει, να μ αφήνει» και την άλλη «χωρίσανε οι δρόμοι μας πρέπει να το κατέχεις για με στο μέλλον να ρωτάς δικαίωμα δεν έχεις» και «εγώ για σένα δε ρωτώ κι αν θες για μένα ρώτα μα έχασες το δικαίωμα δεν το χεις όπως πρώτα». Όταν φεύγαμε είπε ο Νίκος «δεν είναι ο χωρισμός σπαθί κι όμως πληγές ανοίγει σαν αγαπιούνται δυο καρδιές κι η μια στα ξένα φύγει». Ανοίγει το παράθυρο αλλά δεν κοιτάξαμε ποιος είναι. Πήραμε το αεροπλάνο και γυρίσαμε στην Αθήνα.».

«Π»Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε χιλιάδες μαντινάδες;

«Πολλά συνετέλεσαν. Τελευταία, που έκανα δύο φορές εγχειρίσεις στην καρδιά, την πρώτη με ρωτάνε οι γιατροί αν φοβήθηκα αλλά εγώ πήγα τραγουδώντας στο χειρουργείο και τους είπα μια μαντινάδα «αρρώστιες και τα βάσανα με βάλανε στη μέση μα χει τις ρίζες του βαθειά ο δρυς και δε θα πέσει» και την άλλη «σημάδι μ έβαλε ο Θεός μα δε μ αποσκοτώνει και μου χει κάνει την καρδιά σιγά- σιγά να λιώνει». Στη δεύτερη εγχείριση που έκανα ένας καθηγητής μου ζητάει να πω μαντινάδα για την κατάστασή μου και του λέω «ρωτάω τώρα τους γιατρούς αν ξέρουν να μου πούνε σε μια καρδιά που ναι μισή πόσοι καημοί χωρούνε» και βούρκωσε ο ένας γιατρός και έφυγε.

Πρέπει να είναι γεγονότα που να σε τραντάζουνε, περιστατικά που να σε συγκλονίζουν, κάθε μια μαντινάδα μου έχει μια αιτία…»

«Π» Και τη στιγμή ακόμα που μπαίνατε στο χειρουργείο τραγουδούσατε… Οι μαντινάδες μπορείτε να πείτε ότι σας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές;

«Δεν έχανα ποτέ το θάρρος μου και έφταιγαν οι μαντινάδες, πίστευα πολύ γιατί είμαι παθιασμένος Κρητικός, από τη μια μεριά βάζω ένα Κρητικό και από την άλλη όλο τον κόσμο, έχω πάθος με την Κρήτη. Για αυτό αμέσως μόλις μου είπε η Ειρήνη –Ταχατάκη- ότι έχει ακούσει μαντινάδες μου και είναι αμαρτία να χαθούν, γιατί πράγματι θα χάνονταν, τις της έδωσα.

Έχω τρία παιδιά, τα δυο καλοί δικηγόροι και καλοί άνθρωποι και τα τρία παιδιά, δεν κέρδισα άλλο πράμα στη ζωή μου, παρότι ο κόσμος με θεωρούσε επιτυχημένο δικηγόρο από το ότι έκανα καλά παιδιά. Είναι σωστοί άνθρωποι και αυτό επιδίωξα κι εγώ σε όλη μου τη ζωή. Δούλεψα πάρα πολύ, έχω έντεκα χιλιάδες ποινικές υποθέσεις από την εποχή της Σωφρονείας μέχρι την 1η Μάρτη 2004. Είχα πάντα ως αρχή να μη σφάζω τους πελάτες, έζησα δύσκολα παιδικά χρόνια γιατί είμαι κατοχικός και ανατράφηκα με στιβάνια και αρβύλες, για αυτό, όταν στο γραφείο μου ερχόταν εργάτης με στιβάνια ή αρβύλα εγώ συγκινιόμουν, ξέροντας ότι την εποχή εκείνη, το 1963-64 ο εργάτης δεν έπαιρνε από 20.000 δραχμές, δεν μπορούσα να ζητήσω τις αμοιβές που έπαιρναν οι άλλοι. Ήθελα όσο μπορούσα να βοηθήσω, σε αυτό μπορώ να πω ότι άφησα ένα καλό πέρασμα, οποιοσδήποτε θα πει ότι υπήρξα καλός άνθρωπος.»

«Π»: «Όταν τα δύο από τα τρία παιδιά σας αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη νομική, τι συμβουλή τους δώσατε;»

«Τους έδωσα μια συμβουλή μεγάλη, την οποία ευτυχώς τηρούνε. «Θέλω να μείνετε άνθρωποι όσο ψηλά κι αν φτάσετε, να μείνετε σωστοί άνθρωποι» και είναι, όχι πως είναι παιδιά μου, και καλοί δικηγόροι και σωστά παιδιά. Δουλεύουν με το ίδιο το δικό μου σύστημα, τον πελάτη τον βλέπουν σα συνάνθρωπο που βρέθηκε σε δύσκολη θέση και δεν τον βλέπουν σαν ευκαιρία να πάρουν ο,τι μπορούν και ο,τι θέλει ας γίνει.»

«Π» Όταν ήσασταν φοιτητής αναπτύξατε έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα, θεωρείτε πως σήμερα τα νέα παιδιά θα αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο;

«Βρίσκομαι σε πάρα πολύ μεγάλο δίλημμα αν τα παιδιά μου με ρωτήσουνε και μου πούνε μπαμπά, έπαιξες το κεφάλι σου, διότι πράγματι αυτό έκανα, προβληματίζομαι αν θα πρέπει να τους πω να κάνουν τα ίδια. Γιατί, δυστυχώς, σωστοί άνθρωποι, καλοί πατριώτες, έντιμοι δεν επιπλέουν τη σημερινή εποχή, δεν τους τιμούν και δεν τους σέβονται όσο πρέπει, όσο διαβάλλεις τους άλλους τόσο πιο πολύ σε προωθούνε. Προβληματίζομαι αλλά και πάλι θα πω να το κάνουν.

Θυμάμαι, είχα κινδυνεύσει όταν ήμουν κάτω από τον καναπέ του Γεωργαλά (υπουργό της Χούντας) για να κατεβάσω την περόνη να μην εκραγεί η βόμβα, αν έφευγε η περόνη, εγώ θα γινόμουν αέρας. Ακόμα, όταν πήγαινα για το κτίριο της ασφάλειας που φανήκαν τρεις ασφαλίτες, κρατούσα τη βόμβα ενσωματωμένη σε μια φιάλη υγραερίου και πήγαινα κάτω. Σταματάω, τους έπιασε το μάτι του, αφήνω το τσουβάλι και περνώ κάτω ενώ περνούν αυτοί επάνω. Έρχεται ύστερα για κακή τύχη κάποιος ρακοσυλλέκτης με ένα καρότσι, θωρεί το τσουβάλι, πάει το παίρνει, ανοίγει και βλέπει τη βόμβα μέσα, βάζει τις φωνές και τρέξανε. Είδαν πως πήγα κάτω, δεν είδαν εμένα, αναγκάζομαι και πάω στο κύτος της Αγίας Αικατερίνης για να μη με πιάσουν. Μπαίνω στη ράχη και μένω μέχρι τα ξημερώματα, οπότε είχαν φύγει και κατέβηκα και πήγα πάνω…

Την εποχή εκείνη, δεν υποχωρούσα, όταν έπρεπε να κάνω το σωστό το έκανα πάντα χωρίς ενδοιασμούς, υπολογισμούς, ποτέ δε σκεφτόμουν για τη ζωή μου.»

«Π»: «Ποια μαντινάδα θεωρείτε πως σας αντιπροσωπεύει περισσότερο;»

«Το τελευταίο διάστημα ασχολούμαι με την περιουσία μου. Μάζευα ελιές και έμειναν 21 τσουβάλια σε ένα σημείο, πήγαν λαθροκυνηγοί, βλέπουν τα τσουβάλια, δεν ήξεραν ότι ήταν περιουσία δική μου, γιατί όταν ξέρουν δε με πειράζουν, και παίρνουν τις ελιές. Τηλεφώνησα στα γύρω χωριά για να τις βρω, πέρασε μια βδομάδα, δε μου είπαν τίποτα και λέω «χαλάλι τους». Ένα μεσημέρι έρχονται σπίτι και μου λένε «κάναμε ένα λάθος, πήγαμε σε κυνήγι, τις πήραμε, δεν έπρεπε να τις πάρουμε, τις αλέσαμε και βγάλαμε τόσο λάδι, ορίστε του εργοστασίου το χαρτί. Πού θέλετε να σας φέρουμε και το λάδι και τα τσουβάλια;». Από αυτό το περιστατικό και η εξής μαντινάδα είναι χαρακτηριστικά μου: «μεγάλο πράμα στη ζωή να έχει κανείς χατίρι, να λείπει και να μην μπορεί ο χρόνος να το φθείρει».

Ο κ. Βρέντζος καλεί όλους τους ανθρώπους που έχουν τις ίδιες ευαισθησίες με εκείνον, τους δασκάλους εκμάθησης κρητικής λύρας, τα παιδιά που θεωρούνται ταλέντα και τα οποία πιστεύουν ότι θα διατηρήσουν και θα εξαπλώσουν την κρητική παράδοση να έρθουν σε επαφή μαζί του και να του ζητήσουν το βιβλίο του. «Οι μαντινάδες μου θέλω πραγματικά να φτάσουν σε ανθρώπους που έχουν τις ίδιες ανησυχίες με εμένα, σε ανθρώπους που αγαπούν την Κρήτη και αγωνίζονται και θέλουν να διατηρηθεί η κρητική παράδοση, να μη σβήσει γιατί αλίμονο στον τόπο που χάσει το δρόμο του, τις παραδόσεις του», σημειώνει.

Αρχείο